Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2007

Ταξίδι με το μικρό χεράκι της Βασιλείας

Είναι Κυριακή πρωί και δυστυχώς πάλι δεν κατάφερα να ξυπνήσω αρκετά νωρίς για να πάω στην εκκλησία. Το έχω μεγάλη ανάγκη τον τελευταίο καιρό και ενώ δεν θέλω να το αναβάλω άλλο, η κούραση όλης της εβδομάδας με κατακυριεύει και κάνει τα βλέφαρά μου να μην μπορούν να ανοίξουν τις Κυριακές....
Όμως ότι και να γίνει σήμερα το απόγευμα θα πάω στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή, εκεί που ξεκουράζεται ο γέροντας Παίσιος στον πιο απέριτο τάφο που έχω δει μέχρι σήμερα και που όσες φορές και αν τον έχω επισκεφτεί πάντα μου προκαλεί το ίδιο δέος και τα ίδια ασυγκράτητα δάκρυα.
Το μοναστήρι αυτό πάντα μου προσέφερε μία εσωτερική γαλήνη, ακόμα και όταν έχει πολύ κόσμο. Μπορεί να θεωρηθεί εγωιστικό, όμως ειλικρινά δεν αντέχω τις λειτουργίες όπου ο κόσμος συνωστίζεται, ψιθυρίζει ασταμάτητα και σχολιάζει οτιδήποτε κινείται. Μου αποσπάει την προσοχή από την προσευχή και την αυτοσυγκέντρωση. Έχω πολύ καιρό να επισκεφτώ αυτό το μοναστήρι και νιώθω ένα κενό μέσα μου, μια ανάγκη να βρεθώ εκεί και να προσευχηθώ όπως έκανα όλα τα προηγούμενα δύσκολα χρόνια που πέρασαν. Η αλήθεια είναι ότι αυτήν μου την ανάγκη τη χρωστώ σε ένα μικρό πλασματάκι, τη Βασιλεία.
Ήτανε Μεγάλο Σάββατο του 2007 και όπως κάθε χρόνο μετά την Ανάσταση, κάθισα στην εκκλησία να παρακολουθήσω τη Θεία Λειτουργία και να κοινωνήσω. Είναι, βλέπετε η μόνη λειτουργία του χρόνου που καλούνται αμαρτωλοί και αναμάρτητοι να λάβουν το Σώμα και Αίμα Χριστού. Η κούραση από τη δουλειά των προηγουμένων ημερών ήταν μεγάλη και σε κάποια φάση έπιασα τον εαυτό μου να προσπαθεί με δυσκολία να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά. Προσευχόμουν και παρακαλούσα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου για όλους τους αγαπημένους μου και μη να έχουν υγεία και φώτιση σε ότι κάνουν και ευχαριστούσα το Θεό που μετά από 8 εξαιρετικά δύσκολα χρόνια επιτέλους τα πράγματα δείχνουν να ηρεμούν στην οικογένειά μου. Ζητούσα συγχώρεση για όλα αυτά που με κρατούν μακριά από το Άγιο Δισκοπότηρο και ήλπιζα σε ένα σημάδι που θα με οδηγούσε στην κοινωνία με την ψυχή μου ανάλαφρη.
Όταν έφτασε η ώρα της κοινωνίας ο κόσμος άρχισε να συνωστίζεται και να ψιλοσπρώχνεται. Κουρασμένη όπως ένιωθα μπήκα κι εγώ στην ατελείωτη ουρά. Και τότε πιεσμένη από όλες τις μεριές είδα μπροστά μου ένα μισοκοιμισμένο κοριτσάκι να προσπαθεί να κρατήσει ανοιχτά τα ματάκια του στην αγκαλιά της μαμάς του. Του χαμογέλασα και αφού μου ανταπέδωσε, άπλωσε το ένα χεράκι του κι έπιασε το δικό μου. Η μορφή αυτού του μικρού κοριτσιού ήταν σαν τη μορφή της Παναγίας, είχε μια γλυκιά αθωότητα αλλά ταυτόχρονα και κάτι το επιβλητικό. Έμεινα αποσβολωμένη να την κοιτάζω να με κρατάει σφιχτά και να περιμένει υπομονετικά να κοινωνήσει, μη ενοχλώντας κανέναν με τη γκρίνια της, όπως θα έκαναν τα περισσότερα παιδάκια της ηλικίας της.
Τη ρώτησα πώς τη λένε και με χαρά ανασηκώθηκε και μου απάντησε «Βασιλεία! Εσένα πως σε λένε?» . Έτσι ξεκίνησε ψυθιριστά μία μικροκουβεντούλα με τη μικρή Βασιλεία για το σχολείο, την ηλικία της κλπ. Αυτό το παιδί του Θεού άφησε το χέρι μου μόνο λίγο πριν φτάσει η σειρά του να κοινωνήσει, όπου με απίστευτη τρυφερότητα αγκάλιασε τη μαμά της και της είπε σιγανά « Μανούλα μου, σ’ αγαπώ τόσο πολύ!»
Έφτασε και η σειρά μου να κοινωνήσω και ήμουν τόσο πολύ χαρούμενη που θα λάμβανα το Σώμα και Αίμα Χριστού μετά από πολλά χρόνια αμφιβολίας για το πόσο το αξίζω. Αυτό το παιδί, ήταν σαν ένα αγγελούδι σταλμένο από το Θεό, που με βοήθησε με το μικροσκοπικό του χεράκι να περάσω στην απέναντι πλευρά της όχθης. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια νηστείας και προσευχής ένιωσα ότι έκανα το σωστό.
Σε ευχαριστώ μικρή μου Βασιλεία, θα σε έχω πάντα μέσα στην καρδιά μου. Είμαι βέβαιη ότι είσαι ένα δώρο Θεού για τους γονείς σου και ένα φωτεινό παράδειγμα για την κοινωνία μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: